
Οι καθημερινές μας συζητήσεις λειτουργούν σαν μικρογραφίες των ανθρώπινων σχέσεων: άλλοτε μας φέρνουν πιο κοντά, άλλοτε μας απομακρύνουν, συχνά μας μπερδεύουν. Υπάρχουν στιγμές όπου ακούμε τον άλλον να μιλά και, χωρίς να το επιδιώκουμε, αντιλαμβανόμαστε από πού πηγάζουν οι αντιδράσεις του. Βλέπουμε φόβους, συνήθειες, περιοριστικές πεποιθήσεις ή ασυνείδητους μηχανισμούς άμυνας. Τότε εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα: μιλάμε ή σταματάμε;
Η απάντηση δεν είναι ποτέ προφανής. Γιατί πίσω από τη φαινομενικά απλή πράξη της συζήτησης κρύβονται βαθύτερες διαστάσεις: η συναισθηματική ωριμότητα, η ετοιμότητα του συνομιλητή, το επίπεδο κατανόησης, στο πόσο δηλαδή ψυχολογικά, συναισθηματικά και νοητικά έτοιμος είναι κάποιος, για να κατανοήσει, να δεχτεί ή να επεξεργαστεί αυτό που του λέμε. Δεν αφορά μόνο τη γνώση ή την ικανότητα λογικής σκέψης, αλλά και:
Το πλαίσιο εμπειρίας του: Αν έχει μάθει κάτι αντίστοιχο ή έχει βιώσει καταστάσεις που τον κάνουν ικανό να κατανοήσει το θέμα.
Τη διάθεση για διάλογο: Αν θέλει πραγματικά να ακούσει, να σκεφτεί και να συμμετάσχει στη συζήτηση
και –πάνω απ’ όλα– έχει να κάνει η σημασία της σχέσης.
Η Ετοιμότητα του Άλλου: Μπορεί Να Ακούσει Αυτό που Θέλουμε να Πούμε;
Όταν εκνευριζόμαστε από τη στάση κάποιου, συχνά δεν φταίει αυτό που λέει εκείνος/η, αλλά αυτό που εμείς περιμένουμε να ακούσουμε. Η ενόχληση ενεργοποιείται όταν βλέπουμε πως ο άλλος δεν μπορεί –ή δεν θέλει– να ακολουθήσει το δικό μας επίπεδο αντίληψης. Η ετοιμότητα, όμως, δεν είναι κάτι δεδομένο. Είναι στάδιο ανάπτυξης.
Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε έναν σύνθετο συναισθηματικό μηχανισμό σε κάποιον που δεν έχει μάθει ακόμη να παρατηρεί τον εαυτό του, είναι σαν να βάζουμε έναν αρχάριο οδηγό σε έναν αυτοκινητόδρομο με έξι λωρίδες. Δεν φταίει ο οδηγός· απλώς δεν έχει την εμπειρία να διαχειριστεί την ταχύτητα. Είναι σαν, η δική μας συναισθηματική ωριμότητα να βρίσκεται στο 7 κι εκείνου/ης στο 3. Οι ταχύτητες δεν ταιριάζουν. Για παράδειγμα: Κάποιος που έχει μάθει να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του λέει «στεναχωριέμαι όταν απομακρύνεσαι». Ο άλλος, που δεν έχει εξοικειωθεί με τα συναισθήματα, απαντά «τι drama είναι αυτό;». Ο εκνευρισμός δεν προκύπτει από τη φράση του, αλλά από το χάσμα ανάμεσα σε αυτόν που νιώθει και σε εκείνον που δεν έμαθε ποτέ πώς να νιώθει.
Κι έτσι τίθενται δύο πραγματικά ερωτήματα: Μου είναι σημαντική αυτή η σχέση ώστε να επενδύσω στην υπομονή που απαιτείται;
Και δεύτερον: Μπορεί ο άλλος να καταλάβει, αν τον οδηγήσω βήμα-βήμα;
Εδώ δεν παίζει ρόλο μόνον η νοητική ικανότητα ή η συναισθηματική ωριμότητα, αλλά και οι αξίες του —τις οποίες δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Αν οι αξίες του στηρίζονται σε «κάνω τη δουλειά μου και δεν με νοιάζει ο άλλος» ή στο «κοροϊδεύω για να νιώθω ανώτερος», ένα μήνυμα που μιλάει για όρια μπορεί να του φαίνεται ξένο ή επικριτικό. Αντίθετα, όταν οι αξίες του περιλαμβάνουν συνεργασία και ομαδικότητα, η καθοδήγηση βήμα-βήμα έχει περισσότερες πιθανότητες να βρει ανταπόκριση. Πριν επιχειρήσουμε λοιπόν να «σπάσουμε» την επικοινωνία σε βήματα, αξίζει να δούμε αν αυτά σέβονται τις αξίες του άλλου —να ξεκινήσουμε από κοινά σημεία, αλλιώς η προσπάθεια μοιάζει με ξένο λογισμικό που δεν ανοίγει στο σύστημά του.
Για παράδειγμα: Ένας υπάλληλος στη δουλειά έχει μάθει να «κάνει τη δουλειά του και δεν τον νοιάζει ο άλλος». Όταν ένας συνάδελφος προσπαθεί να εξηγήσει γιατί χρειάζεται να συνεργαστούν και να θέσουν όρια για να μην καούν, ο πρώτος τον αντιμετωπίζει με χιούμορ ή κοροϊδία, βλέποντας το ως περιττό «δράμα». Η κατανόηση δεν έρχεται εύκολα, γιατί συγκρούεται με τις αξίες του: ανεξαρτησία και αδιαφορία για τον άλλον. Αν όμως η συζήτηση ξεκινήσει από μια κοινή αξία, π.χ. την αποτελεσματικότητα της ομάδας, τότε η οδηγία βήμα-βήμα μπορεί να γίνει αποδεκτή και η συνεργασία να προχωρήσει.
Δεν έχουμε αυτή την υποχρέωση με όλους. Δεν λειτουργούμε το ίδιο στον ταξιτζή που μας πάει στο κέντρο και στον άνθρωπο που αγαπάμε. Με τους κοντινούς μας, η επικοινωνία έχει άλλο βάρος και άλλη ευθύνη. Εκεί είναι που ζυγίζουμε τις αξίες του άλλου, τις δικές μας προτεραιότητες, το επίπεδο κατανόησης και τη διάθεση να ακούσουμε, πριν αποφασίσουμε αν αξίζει να επενδύσουμε υπομονή και καθοδήγηση βήμα-βήμα. Με λίγα λόγια, εκεί κρίνεται πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε μαζί, χωρίς να πιεστεί ο ένας ή να χαθεί η σχέση.
Η Παγίδα της Σιωπηλής Υπεροχής
Η υπομονή είναι δείγμα ότι προχωρήσαμε εσωτερικά και έχουμε μάθει να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας. Όμως υπάρχουν δύο παγίδες. Η πρώτη είναι να πιστέψουμε ότι επειδή, εμείς έχουμε συνειδητοποιήσει πού βαδίζουμε συναισθηματικά —σε σχέση με την κατανόηση συναισθημάτων— και άρα, όλοι μπορούν ή πρέπει να το κάνουν. Αυτό δεν είναι απλώς αλαζονεία· συχνά είναι μια ήρεμη, ύπουλη υπεροχή που κρύβεται πίσω από καλές προθέσεις. Η δεύτερη παγίδα είναι να χάσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό προσπαθώντας να «οδηγήσουμε» ή να αλλάξουμε τον άλλον, παραμελώντας τις δικές μας ανάγκες και όρια.
Όταν Ξεχνάμε ότι Δεν Ξεκινήσαμε Όλοι από το Ίδιο Σημείο
Φαντάσου δύο ανθρώπους που συζητούν για τα όριά τους στις σχέσεις. Ο ένας μεγάλωσε σε περιβάλλον όπου τα συναισθήματα αναγνωρίζονταν, εξηγούνταν και σεβόταν. Ο άλλος έμαθε από μικρός να τα καταπιέζει. Ο πρώτος έχει «χάρτη». Ο δεύτερος έχει μόνο ένστικτο. Δηλαδή δεν έχει αναπτύξει ένα συνειδητό πλαίσιο ή «χάρτη» για να κατανοεί τα συναισθήματα—λειτουργεί καθαρά με παρορμήσεις, αντιδράσεις ή συνήθειες, χωρίς αναστοχασμό. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι «κακός» ή «αρνητικός», αλλά μπορεί να γίνει πρόβλημα όταν οι παρορμήσεις του συγκρούονται με τις ανάγκες ή τις αξίες του άλλου.
Αν ο πρώτος πει: «Αφού το κατάλαβα εγώ, μπορείς κι εσύ», είναι σαν να ζητά από κάποιον που έμαθε να ξεχωρίζει τα χρώματα από μικρός, να έχει απαίτηση από τον άλλον στα 25 του να καταλάβει αμέσως την παλέτα των αποχρώσεων. Δεν γίνεται.
Η ανθρώπινη ανάπτυξη δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό για όλους.
Πότε Συνεχίζουμε και Πότε Σταματάμε;
Δεν είναι το ίδιο να προσπαθούμε να μιλήσουμε με κάποιον που απλώς διαφωνεί και με κάποιον άλλον, που δεν μπορεί να ακολουθήσει τη συζήτηση επειδή βρίσκεται σε διαφορετική φάση συναισθηματικής ανάπτυξης. Αν έχουμε δοκιμάσει δύο ή τρεις φορές και συνεχώς συναντάμε τοίχο, το σωστό δεν είναι να πιέσουμε — αλλά να σταματήσουμε. Όχι από θυμό, αλλά από διάκριση.
Ο άλλος δεν είναι έτοιμος, και εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι να χάνουμε τη σχέση προσπαθώντας να τον πείσουμε για κάτι που δεν μπορεί ακόμη να αφομοιώσει. Για παράδειγμα, μια έφηβη ή ένας γιός που μόλις ξεκινά να κατανοεί τα δικά της/του συναισθήματα μπορεί να αντιδράσει με θυμό ή άρνηση όταν η μητέρα της προσπαθεί να της εξηγήσει γιατί χρειάζεται να θέτει όρια στους φίλους της. Η κόρη βλέπει μόνο το «προφανές», δεν καταλαβαίνει τις βαθύτερες αιτίες και συναισθηματικές διαδικασίες — βλέπει μόνο την «πρόσθεση» των συναισθημάτων. Βλέπει δηλαδή, μόνο τα προφανή ή απλά στοιχεία: για παράδειγμα, «ένιωσα θυμό και στεναχώρια», χωρίς να μπορεί να συνδέσει αυτά τα συναισθήματα με προηγούμενες εμπειρίες, ανάγκες, αξίες ή μοτίβα συμπεριφοράς. Είναι σαν να κάνεις μόνο τους αριθμητικούς υπολογισμούς, χωρίς να καταλαβαίνεις τη λογική ή τη δομή πίσω από τα μαθηματικά. Δεν έχει νόημα να της μιλήσουμε για σύνθετα μοτίβα ή εσωτερικούς αλγόριθμους της ψυχής της. Αυτό δεν είναι υποτίμηση· είναι αναγνώριση της πραγματικότητας.
Για τις βαθύτερες μας ανάγκες και συζητήσεις, χρειαζόμαστε τους κατάλληλους ανθρώπους, εκείνους που έχουν την ετοιμότητα και την ωριμότητα να ακολουθήσουν την ίδια «συναισθηματική ταχύτητα» με εμάς.
Η Τέχνη της Διάκρισης: Η Πιο Ήσυχη Μορφή Σοφίας
Η αληθινή συναισθηματική ωριμότητα δεν μετριέται από το αν κερδίζουμε επιχειρήματα. Μετριέται από το αν καταλαβαίνουμε πότε να ανοίγουμε έναν διάλογο και πότε να τον κλείνουμε ευγενικά.
Η υπομονή σημαίνει ότι έχουμε προχωρήσει.
Η αλαζονεία σημαίνει ότι έχουμε ακόμη δρόμο.
Και η διάκριση –η ήρεμη επίγνωση του πού απευθυνόμαστε κάθε φορά– είναι η πιο ώριμη μορφή σοφίας που μπορούμε να φέρουμε στις ανθρώπινες σχέσεις.

Αγάπη Στυλιανουδάκη Master NLP Practitioner
Μέλος του EICP (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας)
Αρθρογράφος σε θέματα ψυχολογίας στο onday.gr
